αμαυρωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αμαυρωμένος αμαυρωμένη αμαυρωμένο
γενική αμαυρωμένου αμαυρωμένης αμαυρωμένου
αιτιατική αμαυρωμένο αμαυρωμένη αμαυρωμένο
κλητική αμαυρωμένε αμαυρωμένη αμαυρωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αμαυρωμένοι αμαυρωμένες αμαυρωμένα
γενική αμαυρωμένων αμαυρωμένων αμαυρωμένων
αιτιατική αμαυρωμένους αμαυρωμένες αμαυρωμένα
κλητική αμαυρωμένοι αμαυρωμένες αμαυρωμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμαυρωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αμαυρώνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αμαυρωμένος, -η, -ο

  1. που έχει χάσει τη λάμψη του

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]