αμαυρώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμαυρώνω < + -ώνω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ρήμα[επεξεργασία]

αμαυρώνω

  1. βλάπτω, χαλώ
  2. (για τη φήμη κάποιου) καταστρέφω, σπιλώνω

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]