αμβλυμμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αμβλυμμένος αμβλυμμένη αμβλυμμένο
γενική αμβλυμμένου αμβλυμμένης αμβλυμμένου
αιτιατική αμβλυμμένο αμβλυμμένη αμβλυμμένο
κλητική αμβλυμμένε αμβλυμμένη αμβλυμμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αμβλυμμένοι αμβλυμμένες αμβλυμμένα
γενική αμβλυμμένων αμβλυμμένων αμβλυμμένων
αιτιατική αμβλυμμένους αμβλυμμένες αμβλυμμένα
κλητική αμβλυμμένοι αμβλυμμένες αμβλυμμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμβλυμμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αμβλύνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αμβλυμμένος, -η, -ο

δείτε τη λέξη: αμβλύνω

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

  1. εξασθενημένος
  2. στομωμένος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]