Μετάβαση στο περιεχόμενο

αμελητέος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αμελητέος η αμελητέα το αμελητέο
      γενική του αμελητέου της αμελητέας του αμελητέου
    αιτιατική τον αμελητέο την αμελητέα το αμελητέο
     κλητική αμελητέε αμελητέα αμελητέο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αμελητέοι οι αμελητέες τα αμελητέα
      γενική των αμελητέων των αμελητέων των αμελητέων
    αιτιατική τους αμελητέους τις αμελητέες τα αμελητέα
     κλητική αμελητέοι αμελητέες αμελητέα
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αμελητέος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀμελητέος (αυτός που πρέπει να αμεληθεί)[1][2], σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική négligeable. Μορφολογικά αναλύεται σε α- + μελητ- + -τέος.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.me.liˈte.os/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αμελητέος

Επίθετο

[επεξεργασία]

αμελητέος, -α, -ο

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. αμελητέος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  2. αμελητέος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας