αμελώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμελώ < αρχαία ελληνική ἀμελέω, -ῶ < ἀμελής < ἀ- (στερητικό) + μέλω


Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αμελώ

  1. δεν δείχνω τη δέουσα προσοχή και δεν τακτοποιώ τις υποθέσεις μου

Κλίση[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]