αμελώδητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αμελώδητος αμελώδητη αμελώδητο
γενική αμελώδητου αμελώδητης αμελώδητου
αιτιατική αμελώδητο αμελώδητη αμελώδητο
κλητική αμελώδητε αμελώδητη αμελώδητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αμελώδητοι αμελώδητες αμελώδητα
γενική αμελώδητων αμελώδητων αμελώδητων
αιτιατική αμελώδητους αμελώδητες αμελώδητα
κλητική αμελώδητοι αμελώδητες αμελώδητα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμελώδητος < ελληνιστική κοινή ἀμελῴδητος

Επίθετο[επεξεργασία]

αμελώδητος[1] [2]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. αμελώδητος στο Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό Λεξικό]. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. (Γράμμα α)
  2. σε αμελώδητος στο Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη.