αμεσότητα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αμεσότητα < μεσαιωνική ελληνική ἀμεσότης < ἄμεσος < αρχαία ελληνική μέσον
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αμεσότητα θηλυκό
- το να γίνεται χωρίς την μεσολάβηση ή την παρεμβολή κάποιου
- ※ ξαφνικά μου ήρθε μια έμπνευση, μια «φλασιά» - μου αρέσει αυτή η άκομψη λέξη. Ίσως γιατί μεταφέρει τη φρεσκάδα, την αμεσότητα και την αυθεντικότητα των νέων, που αμφισβητούν τις καθωσπρέπει εκφράσεις και συμπεριφορές που επικροτούν οι μεγάλοι. (Χάρις Κατάκη, Το ημερολόγιο ενός θεραπευτή, εκδ. Πατάκης, 2014)
- το να γίνεται κάτι άμεσα, στο εγγύς μέλλον
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη μέσο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χωρίς μεσολάβηση