αμετάδοτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμετάδοτος < α στερητικό και μεταδίδω

Επίθετο[επεξεργασία]

αμετάδοτος,η,ο

  1. που δεν μεταδίδεται, συνήθως για εκπομπή ή μαγνητοσκοπημένο αγώνα (για τα νοσήματα χρησιμοποιείται συνήθως η μετοχή μεταδιδόμενος με αρνητικό μόριο, δηλ. μη μεταδιδόμενος)
  2. για τη γνώση ή άλλες αφηρημένες έννοιες, με την έννοια ότι αυτές δεν μεταδόθηκαν ή ήταν και είναι αδύνατο να μεταδοθοούν (το αμετάδοτο μυστικό, η αμετάδοτη εμπειρία)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]