αμετακίνητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός
ονομαστική αμετακίνητος αμετακίνητη αμετακίνητο
γενική αμετακίνητου αμετακίνητης αμετακίνητου
αιτιατική αμετακίνητο αμετακίνητη αμετακίνητο
κλητική αμετακίνητε αμετακίνητη αμετακίνητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αμετακίνητοι αμετακίνητες αμετακίνητα
γενική αμετακίνητων αμετακίνητων αμετακίνητων
αιτιατική αμετακίνητους αμετακίνητες αμετακίνητα
κλητική αμετακίνητοι αμετακίνητες αμετακίνητα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αμετακίνητος < αρχαία ελληνική ἀμετακίνητος ,ος,ον < α στερητικό και μετακινέω-μετακινῶ

Open book 01.svg Επίθετο[]

αμετακίνητος,η,ο

  1. που δεν θέλει ή δεν μπορεί να μετακινηθεί, σταθερός στη θέση (για αντικείμενα και για αφηρημένες έννοιες) ή στις απόψεις του (για έμψυχα)

32πχ Μεταφράσεις[]