αμετροεπής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αμετροεπής αμετροεπής αμετροεπές
γενική αμετροεπούς αμετροεπούς αμετροεπούς
αιτιατική αμετροεπή αμετροεπή αμετροεπές
κλητική αμετροεπή(ς) αμετροεπής αμετροεπές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αμετροεπείς αμετροεπείς αμετροεπή
γενική αμετροεπών αμετροεπών αμετροεπών
αιτιατική αμετροεπείς αμετροεπείς αμετροεπή
κλητική αμετροεπείς αμετροεπείς αμετροεπή


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμετροεπής < άμετρος + έπος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αμετροεπής, -ής, -ές

  1. αυτός που μιλάει με αμετροέπεια - φανφαρόνος - φλύαρος - βερμπαλιστής


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]