αμιγώς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμιγώς < αμιγής< από το ασθενές θέμα μιγ- παρατατικός έμισγον και μέση φωνή μίσγομαι.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.mi.ˈɣɔs/

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

αμιγώς

αμιγώς ελληνικός πληθυσμός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]