αμλετισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αμλετισμός αμλετισμοί
γενική αμλετισμού αμλετισμών
αιτιατική αμλετισμό αμλετισμούς
κλητική αμλετισμέ αμλετισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμλετισμός < Άμλετ + -ισμός < αγγλική Hamlet

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αμλετισμός αρσενικό

  • το να είναι κανείς αναποφάσιστος
    Ο ήρωας που έθεσε το ερώτημα «να ζει κανείς ή να μη ζει» και ταυτίστηκε με την έννοια του μυστηριώδη και αμφιταλαντευόμενου ανθρώπου, παίρνοντας παροιμιώδεις διαστάσεις και γεννώντας με τη συμπεριφορά του το επίθετο «αμλετικός» και τον όρο «αμλετισμός», ζωντανεύει σε μια πρωτότυπη σκηνική ανάγνωση. (*)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]