αμμουδιά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αμμουδιά | οι | αμμουδιές |
| γενική | της | αμμουδιάς | των | αμμουδιών |
| αιτιατική | την | αμμουδιά | τις | αμμουδιές |
| κλητική | αμμουδιά | αμμουδιές | ||
| Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αμμουδιά < → λείπει η ετυμολογία
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.muˈðʝa/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : αμ‐μου‐διά
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αμμουδιά θηλυκό
- έκταση με πολλή άμμο, συνήθως κοντά σε θάλασσα
- ※ Ύπνος ιερός, λιονταρίσιος, / του γυρισμού, στη μεγάλη / της αμμουδιάς απλωσιά. / Στην καρδιά μου / τα βλέφαρά μου κλεισμένα· / και λάμπει, ωσάν ήλιος, βαθιά μου...
- ⌘ Άγγελος Σικελιανός, Γυρισμός, 1907
- ※ Ύπνος ιερός, λιονταρίσιος, / του γυρισμού, στη μεγάλη / της αμμουδιάς απλωσιά. / Στην καρδιά μου / τα βλέφαρά μου κλεισμένα· / και λάμπει, ωσάν ήλιος, βαθιά μου...
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδιά' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα ποίησης (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)