αμμώδης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αμμώδης αμμώδης αμμώδες
γενική αμμώδους αμμώδους αμμώδους
αιτιατική αμμώδη αμμώδη αμμώδες
κλητική αμμώδη(ς) αμμώδης αμμώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αμμώδεις αμμώδεις αμμώδη
γενική αμμωδών αμμωδών αμμωδών
αιτιατική αμμώδεις αμμώδεις αμμώδη
κλητική αμμώδεις αμμώδεις αμμώδη


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμμώδης < άμμος + -ώδης

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αμμώδης -ης -ες

  • αυτός που αποτελείται από άμμο ή που περιέχει πολύ άμμο
αμμώδης παραλία
αμμώδες πέτρωμα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]