αμνησία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἀμνησία, αμνηστία

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αμνησία αμνησίες
γενική αμνησίας αμνησιών
αιτιατική αμνησία αμνησίες
κλητική αμνησία αμνησίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμνησία < ελληνιστική κοινή ἀμνησία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αμνησία θηλυκό

  1. (ιατρική) η απώλεια της μνήμης
    ένας ασθενής με αμνησία πολλές φορές δεν μπορεί να θυμηθεί ούτε καν το όνομά του
  2. (γενικότερα) η απώλεια της συλλογικής ιστορικής μνήμης

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]