αμνηστία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἀμνηστία, αμνησία

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αμνηστία οι αμνηστίες
      γενική της αμνηστίας των αμνηστιών
    αιτιατική την αμνηστία τις αμνηστίες
     κλητική αμνηστία αμνηστίες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμνηστία < αρχαία ελληνική ἀμνηστία < ἄμνηστος (= λησμονημένος)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αμνηστία θηλυκό

  1. επίσημη απόφαση από κρατική αρχή που απαλλάσσει κάποιον από τις νομικές συνέπειες ορισμένων παράνομων του πράξεων ή πολιτικών εγκλημάτων, ειδικά πριν γίνει μια δίκη, και συνήθως για σύνολο ανθρώπων, χάρη
    προσέφερε αμνηστία η κυβέρνηση στους λαθρομετανάστες που είχαν μείνει στη χώρα πάνω από 5 χρόνια

Μεταφράσεις[επεξεργασία]