αμνοερίφιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμνοερίφιο < αμνός + ερίφιο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αμνοερίφιο ουδέτερο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]