αμοιβαίος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική αμοιβαίος αμοιβαία αμοιβαίο
γενική αμοιβαίου αμοιβαίας αμοιβαίου
αιτιατική αμοιβαίο αμοιβαία αμοιβαίο
κλητική αμοιβαίε αμοιβαία αμοιβαίο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αμοιβαίοι αμοιβαίες αμοιβαία
γενική αμοιβαίων αμοιβαίων αμοιβαίων
αιτιατική αμοιβαίους αμοιβαίες αμοιβαία
κλητική αμοιβαίοι αμοιβαίες αμοιβαία


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμοιβαίος < αρχαία ελληνική ἀμοιβαῖος,α, ον < ἀμοιβή

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αμοιβαίος -α -ο

  1. που ενέχει ανταπόδοση (για αφηρημένες έννοιες)
    αμοιβαίες υποχωρήσεις, φιλοφρονήσεις, αμοιβαία αισθήματα, αμοιβαία αντιπάθεια


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]