αμοραλισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αμοραλισμός οι αμοραλισμοί
      γενική του αμοραλισμού των αμοραλισμών
    αιτιατική τον αμοραλισμό τους αμοραλισμούς
     κλητική αμοραλισμέ αμοραλισμοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμοραλισμός < γαλλική amoralisme

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.mo.ɾa.liˈzmos/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αμοραλισμός αρσενικό

  1. (φιλοσοφία) η θεώρηση κατά την οποία υποστηρίζεται ότι δεν υφίστανται ηθικές αξίες με καθολική, ενιαία, παγκόσμια αναγνωρισμένη ισχύ, ότι οι ηθικοί κανόνες αναιρούνται ή και απορρίπτονται βάσει κριτικής και ότι οι ηθικές αντιλήψεις τροποποιούνται κατά τόπο και χρόνο
  2. (συνεκδοχικά) η απουσία ηθικών αρχών, η έκλυση των ηθών


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]