αμοραλιστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική αμοραλιστικός αμοραλιστική αμοραλιστικό
γενική αμοραλιστικού αμοραλιστικής αμοραλιστικού
αιτιατική αμοραλιστικό αμοραλιστική αμοραλιστικό
κλητική αμοραλιστικέ αμοραλιστική αμοραλιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αμοραλιστικοί αμοραλιστικές αμοραλιστικά
γενική αμοραλιστικών αμοραλιστικών αμοραλιστικών
αιτιατική αμοραλιστικούς αμοραλιστικές αμοραλιστικά
κλητική αμοραλιστικοί αμοραλιστικές αμοραλιστικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμοραλιστικός < αμοραλισμός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αμοραλιστικός,ή,ό

  1. που μαρτυρεί αμοραλισμό, που δείχνει να μη διαθέτει ως στάση ζωής ή ως συμπεριφορά και πρακτική κάποιο ηθικό κίνητρο ή αρχές αλλά απεναντίας εκφράζει ανήθικες, ανέντιμες προθέσεις και μάλλον περιφρόνηση προς τις αρχές που ασπάζεται η πλειοψηφία είτε σε στενά ηθικό πλαίσιο συγκεκριμένης συμπεριφοράς (π.χ. οικογενειακό, ερωτικό) είτε σε γενικότερο (π.χ. πολιτικό, κοινωνικό)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]