αμουρούζα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμουρούζα < ιταλική amorosa (ερωτευμένη)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αμουρούζα

  1. (κυπριακή διάλεκτος) ερωμένη

Χρήση:

Δες επίσης: μορόζα (Ελλάδα, 18ος αιώνα περισσότερο) και αμορόζα (Ελλάδα)


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]