αμουρούζα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμουρούζα < ιταλική amorosa (ερωτευμένη)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αμουρούζα θηλυκό

  1. (κυπριακά) ερωμένη

Χρήση:

Δες επίσης: μορόζα (Ελλάδα, 18ος αιώνα περισσότερο) και αμορόζα (Ελλάδα)


Μεταφράσεις[επεξεργασία]