αμπάγια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Μοντέρνα αμπάγια
     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αμπάγια οι αμπάγιες
      γενική της αμπάγιας
    αιτιατική την αμπάγια τις αμπάγιες
     κλητική αμπάγια αμπάγιες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμπάγια < αγγλική abaya < αραβική عباية (ʿabāya)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αμπάγια θηλυκό

  • (ενδυμασία) παραδοσιακή φορεσιά μουσλουλμανίδων, που καλύπτει όλο το σώμα (εκτός από το κεφάλι, τα χέρια και τα πόδια)
    Η υπουργός πολιτισμού εμφανίζεται στη φωτογραφία φορώντας την παραδοσιακή αμπάγια που φορούν οι γυναίκες στη χώρα αυτή, προκαλώντας καυστικά σχόλια από πολλούς χρήστες του Διαδικτύου. (*)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • abaya στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια Wikipedia-logo-v2.svg

Μεταφράσεις[επεξεργασία]