αμπαλάζ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμπαλάζ < γαλλική emballage

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αμπαλάζ ουδέτερο άκλιτο

  1. συσκευασία, αμπαλάρισμα, περιτύλιγμα
    • ενέργεια που γίνεται για τη συσκευασία κάποιου αντικειμένου
    • υλικό που χρησιμοποιείται για τη συσκευασία

Μεταφράσεις[επεξεργασία]