αμπαρώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμπαρώνω < αμπάρα + -ώνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αμπαρώνω, πρτ.: αμπάρωνα, στ.μέλλ.: θα αμπαρώσω, αόρ.: αμπάρωσα, παθ.φωνή: αμπαρώνομαι, παθ.φωνή:, μτχ.π.π.: αμπαρωμένος

  1. κλείνω επιμελώς ένα χώρο ώστε να μην είναι δυνατή σε ανεπιθύμητους η είσοδος σε αυτόν

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]