αμπελοχώραφο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αμπελοχώραφο αμπελοχώραφα
γενική αμπελοχωράφου αμπελοχωράφων
αιτιατική αμπελοχώραφο αμπελοχώραφα
κλητική αμπελοχώραφο αμπελοχώραφα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμπελοχώραφο < αμπέλι + χωράφι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αμπελοχώραφο ουδέτερο

  1. χωράφι που καλλιεργούνται αμπέλια (στη ναξιακή και νησιωτική διάλεκτο)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]