αμυγδαλή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : Αμυγδαλή

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αμυγδαλή αμυγδαλές
γενική αμυγδαλής αμυγδαλών
αιτιατική αμυγδαλή αμυγδαλές
κλητική αμυγδαλή αμυγδαλές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμυγδαλή < αρχαία ελληνική ἀμυγδαλῆ ((σημασιολογικό δάνειο) (γαλλικά) amygdale < λατινικά amygdala < αρχαία ελληνική ἀμυγδάλη) εκ του αμύς ( αμυχή , σχίσιμο ) και του δαλόν ( ξερό ) αμύγδαλον αυτό δηλαδή που ανοίγει -σχίζεται όταν ξηρανθεί

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αμυγδαλή θηλυκό

  1. (λόγιο) (βοτανική) αμυγδαλιά
  2. (ανατομία) (συνήθως στον πληθυντικό: αμυγδαλές) αδένας που μοιάζει με αμύγδαλο και βρίσκεται στον φάρυγγα
  3. (ανατομία) (στον εγκέφαλο) ένα από τα τμήματα του μεταιχμιακού συστήματος του εγκεφάλου, που μοιάζει με αμύγδαλο και σχετίζεται με τη μνήμη καθώς και με τα συναισθήματα (κυρίως φόβου, τρόμου, άγχους κ.ά.)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]