Μετάβαση στο περιεχόμενο

αμυγδαλόσχημος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αμυγδαλόσχημος η αμυγδαλόσχημη το αμυγδαλόσχημο
      γενική του αμυγδαλόσχημου της αμυγδαλόσχημης του αμυγδαλόσχημου
    αιτιατική τον αμυγδαλόσχημο την αμυγδαλόσχημη το αμυγδαλόσχημο
     κλητική αμυγδαλόσχημε αμυγδαλόσχημη αμυγδαλόσχημο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αμυγδαλόσχημοι οι αμυγδαλόσχημες τα αμυγδαλόσχημα
      γενική των αμυγδαλόσχημων των αμυγδαλόσχημων των αμυγδαλόσχημων
    αιτιατική τους αμυγδαλόσχημους τις αμυγδαλόσχημες τα αμυγδαλόσχημα
     κλητική αμυγδαλόσχημοι αμυγδαλόσχημες αμυγδαλόσχημα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αμυγδαλόσχημος < αμύγδαλ(ο) + -ό- + -σχημος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.mi.ɣðaˈlo.sçi.mos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αμυγδαλόσχημος

Επίθετο

[επεξεργασία]

αμυγδαλόσχημος, -η, -ο

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]