αμυδρός
Εμφάνιση
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | αμυδρός | η | αμυδρή & αμυδρά |
το | αμυδρό |
| γενική | του | αμυδρού | της | αμυδρής & αμυδράς |
του | αμυδρού |
| αιτιατική | τον | αμυδρό | την | αμυδρή & αμυδρά |
το | αμυδρό |
| κλητική | αμυδρέ | αμυδρή & αμυδρά |
αμυδρό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | αμυδροί | οι | αμυδρές | τα | αμυδρά |
| γενική | των | αμυδρών | των | αμυδρών | των | αμυδρών |
| αιτιατική | τους | αμυδρούς | τις | αμυδρές | τα | αμυδρά |
| κλητική | αμυδροί | αμυδρές | αμυδρά | |||
| Οι δεύτεροι τύποι του θηλυκού όπως στην αρχαία κλίση, συνήθως σε λόγιες παγιωμένες εκφράσεις. | ||||||
| Κατηγορία όπως «ξηρός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αμυδρός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀμυδρός[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.miˈðɾos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐μυ‐δρός
Επίθετο
[επεξεργασία]αμυδρός, -ή (-ά), -ό
- που δεν φαίνεται καθαρά
- (κατ’ επέκταση) που έχει λίγη δύναμη ή ένταση
- μου απομένουν πλέον λίγες αμυδρές αναμνήσεις από την παιδική μου ηλικία
- διατηρώ μιαν αμυδρή ελπίδα να περάσω στις εξετάσεις
- αμυδρές οι ελπίδες για ανεύρεση άλλων επιζώντων του σεισμού
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] που δεν φαίνεται καθαρά
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αμυδρός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ξηρός' (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)