αμυλώδης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αμυλώδης αμυλώδης αμυλώδες
γενική αμυλώδους αμυλώδους αμυλώδους
αιτιατική αμυλώδη αμυλώδη αμυλώδες
κλητική αμυλώδη(ς) αμυλώδης αμυλώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αμυλώδεις αμυλώδεις αμυλώδη
γενική αμυλωδών αμυλωδών αμυλωδών
αιτιατική αμυλώδεις αμυλώδεις αμυλώδη
κλητική αμυλώδεις αμυλώδεις αμυλώδη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμυλώδης < άμυλο + -ώδης ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική amylacé)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αμυλώδης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]