αμυντικότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αμυντικότητα οι αμυντικότητες
      γενική της αμυντικότητας
    αιτιατική την αμυντικότητα τις αμυντικότητες
     κλητική αμυντικότητα αμυντικότητες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμυντικότητα < αμυντικός

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.mi.ndi.ˈkɔ.ti.ta/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αμυντικότητα θηλυκό

  1. η ικανότητα άμυνας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]