αμφίδρομος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἀμφίδρομος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αμφίδρομος αμφίδρομη αμφίδρομο
γενική αμφίδρομου αμφίδρομης αμφίδρομου
αιτιατική αμφίδρομο αμφίδρομη αμφίδρομο
κλητική αμφίδρομε αμφίδρομη αμφίδρομο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αμφίδρομοι αμφίδρομες αμφίδρομα
γενική αμφίδρομων αμφίδρομων αμφίδρομων
αιτιατική αμφίδρομους αμφίδρομες αμφίδρομα
κλητική αμφίδρομοι αμφίδρομες αμφίδρομα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμφίδρομος < (λόγιο) ελληνιστική κοινή ἀμφίδρομος (που περικλείει). Συγχρονικά αναλύεται σε αμφί- + δρόμ(ος) + -ος

Επίθετο[επεξεργασία]

αμφίδρομος, -η, -ο

  1. που κινείται και προς τις δύο (αντίθετες) κατευθύνσεις
    αμφίδρομη επικοινωνία
  2. (μεταφορικά) διφορούμενος
    ※  Πιο ψηλά από τον αχνό παλιγγενετικό καημό, / εκεί που δε σιμώνει η σύντομη του ανθρώπου μνήμη, / που ο χρησμός αστράφτει αμφίδρομος στα σκότη (Άγγελος Σικελιανός, Το κατορθωμένο σώμα)
  3. (τηλεπικοινωνίες) duplex: μετάδοση πληροφορίας που γίνεται και προς τις δύο κατευθύνσεις, συνήθως ταυτόχρονα (full duplex), όπως στην τηλεφωνική επικοινωνία
     αντώνυμα: μονόδρομος
    υπώνυμα: ημιαμφίδρομος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]