αμφίπλευρος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αμφίπλευρος < (ελληνιστική κοινή) < ἀμφί + πλευρά, μορφολογικά αναλύεται αμφί- + -πλευρος
Επίθετο
[επεξεργασία]αμφίπλευρος, -η, -ο
- που έχει ή εμφανίζει δύο πλευρές, δύο όψεις
- ※ Και σε ενδεχόμενο μιας παλινόρθωσης ενός ακραίου αντιδραστισμού μέσω γνωστών διαχρονικά τακτικών που ήδη αναπτύσσονται εκεί (αμφίπλευρη αμφισβήτηση από τα δεξιά με έσωθεν κι έξωθεν σαμποτάζ και απανθρωποποίηση του αντιπάλου, καθώς και από τα αριστερά με κριτική περί προδοσίας ιδανικών που εφαρμόζονται μονάχα μερικώς ή και καθόλου… λόγω του προαναφερθέντος σαμποτάζ) (Πάρις Μνηματίδης, Η φανταστική χώρα μου, ανακτήθηκε στις 28/12/2025 )
Συγγενικά
[επεξεργασία]- αμφίπλευρα
- → δείτε τις λέξεις αμφί και πλευρά