αμφίρροπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική αμφίρροπος αμφίρροπη αμφίρροπο
γενική αμφίρροπου αμφίρροπης αμφίρροπου
αιτιατική αμφίρροπο αμφίρροπη αμφίρροπο
κλητική αμφίρροπε αμφίρροπη αμφίρροπο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αμφίρροποι αμφίρροπες αμφίρροπα
γενική αμφίρροπων αμφίρροπων αμφίρροπων
αιτιατική αμφίρροπους αμφίρροπες αμφίρροπα
κλητική αμφίρροποι αμφίρροπες αμφίρροπα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμφίρροπος < αρχαία ελληνική ἀμφίρροπος < ἀμφί + ῥέπω

Επίθετο[επεξεργασία]

αμφίρροπος -η -ο

  • που μπορεί να λάβει τη μία ή την άλλη τροπή, που ταλαντεύεται μεταξύ δύο αποφάσεων ή εξίσου πιθανών εκβάσεων, που το αποτέλεσμά του δεν έχει κριθεί ακόμη

Μεταφράσεις[επεξεργασία]