αμφίστομος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αμφίστομος αμφίστομη αμφίστομο
γενική αμφίστομου αμφίστομης αμφίστομου
αιτιατική αμφίστομο αμφίστομη αμφίστομο
κλητική αμφίστομε αμφίστομη αμφίστομο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αμφίστομοι αμφίστομες αμφίστομα
γενική αμφίστομων αμφίστομων αμφίστομων
αιτιατική αμφίστομους αμφίστομες αμφίστομα
κλητική αμφίστομοι αμφίστομες αμφίστομα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμφίστομος < ελληνιστική κοινή ἀμφίστομος

Επίθετο[επεξεργασία]

αμφίστομος, -η, -ο

  1. (λόγιο) που έχει δύο κόψεις, που κόβει από δύο πλευρές
     συνώνυμα: δίκοπος
  2. που έχει δύο στόμια, δύο ανοίγματα
    Στη συνέχεια η Υπουργός μετέβη στο χώρο του υδραγωγείου και διέσχισε το μήκους 1.036 μέτρων αμφίστομο όρυγμα. (*)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]