Μετάβαση στο περιεχόμενο

αμφίχειρας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αμφίχειρας οι αμφίχειρες
      γενική του αμφίχειρα των αμφιχείρων
    αιτιατική τον αμφίχειρα τους αμφίχειρες
     κλητική αμφίχειρα αμφίχειρες
Κατηγορία όπως «φύλακας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αμφίχειρας < αμφι- + αρχαία ελληνική χείρ + -ας

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αμφίχειρας αρσενικό ή θηλυκό

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]