αμφιλεγόμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική αμφιλεγόμενος αμφιλεγόμενη αμφιλεγόμενο
γενική αμφιλεγόμενου αμφιλεγόμενης αμφιλεγόμενου
αιτιατική αμφιλεγόμενο αμφιλεγόμενη αμφιλεγόμενο
κλητική αμφιλεγόμενε αμφιλεγόμενη αμφιλεγόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αμφιλεγόμενοι αμφιλεγόμενες αμφιλεγόμενα
γενική αμφιλεγόμενων αμφιλεγόμενων αμφιλεγόμενων
αιτιατική αμφιλεγόμενους αμφιλεγόμενες αμφιλεγόμενα
κλητική αμφιλεγόμενοι αμφιλεγόμενες αμφιλεγόμενα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αμφιλεγόμενος < μετοχή μέσου ενεστώτα του αρχαίου ρήματος ἀμφιλέγω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /aɱ.fi.lɛ.ˈɣɔ.mɛ.nɔs/

Open book 01.svg Μετοχή[]

αμφιλεγόμενος, -η, -ο

  1. για κάποιον ή κάτι σχετικά με το(ν) οποίο υπάρχουν διαφωνίες, διαφορετικές ερμηνείες ή εκτιμήσεις

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]