αμφισβητίας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμφισβητίας < αμφισβητώ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αμφισβητίας αρσενικό και θηλυκό

  1. εκείνος/η που αμφισβητεί τα πάντα, που δεν αμφισβητεί απλώς κάτι συγκεκριμένο, αλλά εγείρει διαρκώς ενστάσεις για όλα


Μεταφράσεις[επεξεργασία]