αμφοτερικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική αμφοτερικός αμφοτερική αμφοτερικό
γενική αμφοτερικού αμφοτερικής αμφοτερικού
αιτιατική αμφοτερικό αμφοτερική αμφοτερικό
κλητική αμφοτερικέ αμφοτερική αμφοτερικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αμφοτερικοί αμφοτερικές αμφοτερικά
γενική αμφοτερικών αμφοτερικών αμφοτερικών
αιτιατική αμφοτερικούς αμφοτερικές αμφοτερικά
κλητική αμφοτερικοί αμφοτερικές αμφοτερικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμφοτερικός < αμφί + έτερος + -ικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αμφοτερικός, -η, -ο

  1. η ιδιότητα κάποιου να ενεργεί εξ αντιθέτου.
  2. (χημεία), (βιοχημεία), (βιολογία): ουσία που μπορεί να ενεργεί άλλοτε ως βάση και άλλοτε ως οξύ.

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • τα αμινοξέα παρουσιάζουν αμφοτερική φύση, ιδιαίτερα σημαντική στη δομή και λειτουργία των πρωτεϊνών.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]