αμόνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αμόνι αμόνια
γενική αμονιού αμονιών
αιτιατική αμόνι αμόνια
κλητική αμόνι αμόνια
Αμόνι πάνω στη βάση του

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμόνι < μεσαιωνική ελληνική αμόνι(ν) < ελληνιστική κοινή ἀκμόνιον < αρχαία ελληνική ἄκμων

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αμόνι ουδέτερο

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]