ανάβομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανάβομαι < ανάβω + -ομαι

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

ανάβομαι

  • παθητική φωνή του ρήματος ανάβω
    Μην αμελήσετε να τις δοκιμάσετε, διότι εκεί η απόδοση συνήθως πέφτει πολύ. Επίσης πρέπει τη στιγμή της παραλαβής να ανάβεται η οθόνη και να ελέγχεται. (*)

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]