ανάγκη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανάγκη ανάγκες
γενική ανάγκης αναγκών
αιτιατική ανάγκη ανάγκες
κλητική ανάγκη ανάγκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανάγκη < αρχαία ελληνική ἀνάγκη

1) Ελκυστική αλλά σε επίπεδο εικασίας η άπoψη ότι στη λ. ἀνάγκη διακρίνεται η έννοια του "κρατώ κπ. στα χέρια" (πρβλ. ἀγκών, ἀγκάς), από όπου και η σημασία του "περιορίζω". 2) Πιθανή και η ετυμολογία από το ΙΕ στερητικό *νε σε μηδενική βαθμίδα με αναπτυκτικό Α δις ειπωμένο δηλαδή το γνωστό στερητικό -αν: αν-αν-κη>ανάγκη =εκ των ουκ άνευ (αγγλιστί: ne-cessity)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ˈnaŋ.ɟi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανάγκη θηλυκό

  1. αναφέρεται σε κάτι που το επιβάλλουν τα ίδια τα πράγματα, άρα ένας εξωτερικός παράγοντας
    αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες και έχει να καλύψει έντονες βιοποριστικές ανάγκες

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]