Μετάβαση στο περιεχόμενο

ανάγραμμα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ανάγραμμα τα αναγράμματα
      γενική του αναγράμματος των αναγραμμάτων
    αιτιατική το ανάγραμμα τα αναγράμματα
     κλητική ανάγραμμα αναγράμματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ανάγραμμα < λόγιο ενδογενές δάνειο: μεσαιωνική λατινική anagramma < ελληνιστική κοινή ἀναγραμματισμός. Μορφολογικά αναλύεται σε ανά- + γράμμα.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aˈna.ɣɾa.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ανάγραμμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ανάγραμμα ουδέτερο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]