ανάγραμμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ανάγραμμα < λόγιο ενδογενές δάνειο: μεσαιωνική λατινική anagramma < ελληνιστική κοινή ἀναγραμματισμός. Μορφολογικά αναλύεται σε ανά- + γράμμα.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aˈna.ɣɾa.ma/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐νά‐γραμ‐μα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ανάγραμμα ουδέτερο
- λέξη ή φράση που προέκυψε από αναγραμματισμό
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ανάγραμμα
|
Πηγές
[επεξεργασία]- ανάγραμμα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ανάγραμμα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'όνομα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά λατινικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα ανά- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)