ανάγωγα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]ανάγωγα
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ανάγωγα
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]ανάγωγα
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ανάγωγος