Μετάβαση στο περιεχόμενο

ανάδυση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ανάδυση οι αναδύσεις
      γενική της ανάδυσης* των αναδύσεων
    αιτιατική την ανάδυση τις αναδύσεις
     κλητική ανάδυση αναδύσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, αναδύσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ανάδυση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνάδυ(σις) + -ση < ἀναδύομαι < ἀνά και δύομαι[1]
για τη μεταφορική σημασία <απόδοση για την αγγλική emergence[2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aˈna.ði.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐νά‐δυ‐ση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ανάδυση θηλυκό

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αναδύομαι, η άνοδος στην επιφάνεια (από το βυθό)
    παράδειγμα  λέμε «η ανάδυση του δύτη» αλλά «η ανέλκυση του Τιτανικού»
    παράδειγμα  τα υποβρύχια διαθέτουν σύστημα ανάδυσης
    ※  Η ψυχολατρία (ανιμισμός) που διακρίνεται σε όλο το μυθιστόρημα, η έλλειψη κάθε αισθήματος αυτού που αποκαλούμε παράδοση, το διαρκές παρόν της πρωτόγονης συνείδησης διασαλεύονται από την ανάδυση της ατομικότητας που επιθυμεί να διαφέρει, να δημιουργήσει το χρόνο της και να δηλώνει σε συλλογικό επίπεδο τη διαφορετική της χρονική αίσθηση. (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 377-380, 1997)
    ≠ αντώνυμα: κατάδυση
  2. (μεταφορικά) η σταδιακή εμφάνιση
    παράδειγμα  η ανάδυση στο προσκήνιο
    παράδειγμα  η ανάδυση μιας νέας ιδεολογίας
    παράδειγμα  μετά την αποτοξίνωση της κόρης τους, οι γονείς της διαπίστωσαν σε εκείνην την ανάδυση μιας νέας προσωπικότητας

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ ανάδυση - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)