ανάκαμψη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανάκαμψη ανακάμψεις
γενική ανάκαμψης
& ανακάμψεως
ανακάμψεων
αιτιατική ανάκαμψη ανακάμψεις
κλητική ανάκαμψη ανακάμψεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανάκαμψη < αρχαία ελληνική ἀνάκαμψις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανάκαμψη θηλυκό (ο πληθυντικός δόκιμος κυρίως για το γυμναστικό παράγγελμα)

  1. κάμψη, στροφή ή αναστροφή προς τα πάνω ή προς τα πίσω
  2. (κατ’ επέκταση) μετάβαση σε μία καλύτερη κατάσταση ύστερα από προηγούμενη πτώση ή κάμψη
    η οικονομική ανάκαμψη μιας επιχείρησης δεν γίνεται με περικοπές και "αλληλούια"
  3. (ειδικότερα) γυμναστικό παράγγελμα για να ανασηκωθούν τα χέρια και να λυγίσουν ώστε να έρθουν οι παλάμες (με πλεγμένα τα δάχτυλα των δύο χεριών) στον αυχένα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]