ανάκαρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανάκαρα ανάκαρες
γενική ανάκαρας ανακαρών
αιτιατική ανάκαρα ανάκαρες
κλητική ανάκαρα ανάκαρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανάκαρα < ανακαρώνω + (αναδρομικός σχηματισμός) < ανα- + καρώνω < αρχαία ελληνική καρόω < κάρα < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ḱrhesn

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανάκαρα θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

ανάκαρα