ανάκατα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανάκατα < ανάκατος

Επίρρημα[επεξεργασία]

ανάκατα

  1. μπερδεμένα
  2. ανακατομένα
  3. χωρίς σειρά


Μεταφράσεις[επεξεργασία]