ανάκλιντρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανάκλιντρο ανάκλιντρα
γενική ανακλίντρου
& ανάκλιντρου
ανακλίντρων
& ανάκλιντρων
αιτιατική ανάκλιντρο ανάκλιντρα
κλητική ανάκλιντρο ανάκλιντρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανάκλιντρο < ελληνιστική κοινή ἀνάκλιντρον < αρχαία ελληνική ἀνακλίνω < ἀνά + κλίνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανάκλιντρο ουδέτερο

  • μακρύ κάθισμα στο οποίο μπορεί κάποιος και να ξαπλώσει, επειδή διαθέτει στο ένα άκρο μια χαμηλή ράχη σαν μπράτσο πολυθρόνας -γνωστό ως έπιπλο κυρίως επειδή το χρησιμοποιούσαν στα αρχαία συμπόσια για να κάθονται αλλά και να ξαπλώνουν όταν κουράζονταν καθιστοί καθώς περνούσε η ώρα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]