ανάλαφρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ανάλαφρος ανάλαφρη ανάλαφρο
γενική ανάλαφρου ανάλαφρης ανάλαφρου
αιτιατική ανάλαφρο ανάλαφρη ανάλαφρο
κλητική ανάλαφρε ανάλαφρη ανάλαφρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανάλαφροι ανάλαφρες ανάλαφρα
γενική ανάλαφρων ανάλαφρων ανάλαφρων
αιτιατική ανάλαφρους ανάλαφρες ανάλαφρα
κλητική ανάλαφροι ανάλαφρες ανάλαφρα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανάλαφρος < ανά- και αλαφρός < μεσαιωνική ελληνική ἀλαφρός

Επίθετο[επεξεργασία]

ανάλαφρος

  1. ο ελαφρύς
    Έχει ανάλαφρο περπάτημα
  2. ο ελαφρύς στη συμπεριφορά, όχι ανόητος, αλλά γενικά όχι βαρύς
    Είναι ανάλαφρος άνθρωπος, δεν θέλει να σε κουράζει με βαθυστόχαστα αλλά ούτε να κουράζεται κι αυτός
    ανάλαφρος στοχαστής
  3. ο ήπιος, όχι έντονος, ίσα που τον καταλαβαίνεις
    Μας δρόσισε λίγο ένα ανάλαφρο αεράκι


Μεταφράσεις[επεξεργασία]