Μετάβαση στο περιεχόμενο

ανάλογα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀνάλογα

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ανάλογα < (λόγιο δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναλόγως + [1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aˈna.lo.ɣa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ανάλογα

Επίρρημα

[επεξεργασία]

ανάλογα

  1. σε συμφωνία με κάτι, κατ' αναλογία, λαμβάνοντας έμμεσα και γενικά υπόψη κάποια μεγέθη (όχι απαραιτήτως κυριολεκτικά με ακριβείς αναλογίες και αναλογικά)
    1. (με την πρόθεση «με»)
      παράδειγμα  Ο τεμαχισμός πρέπει να γίνει ανάλογα με τις διαστάσεις που θέλουμε να δώσουμε
      παράδειγμα  Το χαράτσι λογαριάζεται ανάλογα με τα τετραγωνικά του σπιτιού, την παλαιότητα, ...
      παράδειγμα  Δεν διάβασε, αλλά συγκέντρωσε ως εκ θαύματος 15.900 μόρια, καλά έγραψε. Ανάλογα με το διάβασμά του, θα έλεγα ότι έγραψε παραπάνω κι από τέλεια.
    2. (με αιτιατική)
      χρειάζεται παράδειγμα
  2. σύμφωνα με τις συνθήκες, σε αναλογία με κάποιο άλλο μέγεθος, με το μέγεθος ενός παράγοντα που εμείς θεωρούμε ουσιαστικό ή που όντως είναι
    1. (με την πρόθεση «με»)
      παράδειγμα  -Θα πάτε στην Κρήτη φέτος; -Θα δούμε· ανάλογα με τα κέφια μας.
    2. (με αιτιατική)
      χρειάζεται παράδειγμα
     συνώνυμα: σύμφωνα
  3. (απόλυτο) ταιριαστά, με τον τρόπο που αρμόζει, με τρόπο αντίστοιχο
    παράδειγμα  Αφού αυτός είναι γαϊδούρι, αν του απαντούσα ευγενικά θα ήταν ξένη γλώσσα για δαύτον. Του μίλησα λοιπόν ανάλογα για να συνεννοηθούμε.
    παράδειγμα  Έπρεπε να ξοδέψω για καλό φουστάνι, γιατί όπως καταλαβαίνεις έπρεπε να ντυθώ ανάλογα.
     συνώνυμα: αντίστοιχα

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

ανάλογα

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • ανάλογος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)