ανάλογα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανάλογα < αρχαία ελληνική ἀναλόγως ( < αρχαία ελληνική ἀνάλογος ) +

Επίρρημα[επεξεργασία]

ανάλογα (& λόγιο αναλόγως)

  1. σε συμφωνία με κάτι, κατ' αναλογία, λαμβάνοντας έμμεσα και γενικά υπόψη κάποια μεγέθη (όχι απαραιτήτως κυριολεκτικά με ακριβείς αναλογίες και αναλογικά)
    Ο τεμαχισμός πρέπει να γίνει ανάλογα με τις διαστάσεις που θέλουμε να δώσουμε
    Το χαράτσι λογαριάζεται ανάλογα με τα τετραγωνικά του σπιτιού, την παλαιότητα, ...
    Δεν διάβασε, αλλά συγκέντρωσε ως εκ θαύματος 15.900 μόρια, καλά έγραψε. Ανάλογα με το διάβασμά του, θα έλεγα ότι έγραψε πσραπάνω κι από τέλεια
  2. σύμφωνα με τις συνθήκες, σε αναλογία με κάποιο άλλο μέγεθος, με το μέγεθος ενός παράγοντα που εμείς θεωρούμε ουσιαστικό ή που όντως είναι
    -Θα πάτε στην Κρήτη φέτος; -Θα δούμε... Ανάλογα με τα κέφια μας
  3. ταιριαστά, με τον τρόπο που αρμόζει, με τρόπο αντίστοιχο
    Αφού αυτός είναι γαϊδούρι, αν του απαντούσα ευγενικά θα ήταν ξένη γλώσσα για δαύτον. Του μίλησα λοιπόν ανάλογα για να συνεννοηθούμε
    Έπρεπε να ξοδέψω για καλό φουστάνι, γιατί όπως καταλαβαίνεις έπρεπε να ντυθώ ανάλογα

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

ανάλογα